Σηρός

Σήρ
silkworm
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σηρικός — και σειρικός, ή, όν, ΜΑ [σήρ, σηρός] κατασκευασμένος από μετάξι, μεταξωτός, μετάξινος, μεταξένιος αρχ. 1. το ουδ. ως ουσ. τo σηρικόν α) μεταξωτό ένδυμα β) το κόκκινο χρώμα 2. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ σηρικά τά τζίτζιφα …   Dictionary of Greek

  • σηροσκώληξ — ο, Ν (λόγιος τ.) ο μεταξοσκώληκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήρ, σηρός «μετάξι» + σκώληξ, ηκος «σκουλήκι». Η λ., στον πληθ. σηροσκώληκες, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • σηροτροφία — η, Ν η εκτροφή μεταξοσκωλήκων και η παραγωγή μεταξιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήρ, σηρός «μετάξι» + τροφία (< τρόφος < τρέφω). Η λ. μαρτυρείται από το 1846 στον Στέφ. Μαρτζέλλα] …   Dictionary of Greek

  • σηροτρόφος — ο, Ν αυτός που ασχολείται με την σηροτροφία, που εκτρέφει μεταξοσκώληκες και παράγει βομβύκια, κουκούλια, που είναι η πρώτη ύλη τού μεταξιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήρ, σηρός «μετάξι, μεταξοσκώληκας» + τρόφος (< τρέφω), πρβλ. κτηνο τρόφος. Η λ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.